Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα

//Σεξουαλικώς Μεταδιδόμενα Νοσήματα

Σύμφωνα με την Ελληνική Δερματολογική και Αφροδισιολογική Εταιρεία αλλά και το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των Η.Π.Α, τα κρούσματα σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων έχουν αυξηθεί, με τη γονόρροια, τη σύφιλη και τα χλαμύδια να κατέχουν τις πρώτες θέσεις στη λίστα και μάλιστα, με μία αύξηση 10% από τα κρούσματα που καταγράφηκαν το 2016. Παράγοντες που έχουν συμβάλλει καθοριστικά στο θλιβερό αποτέλεσμα, είναι η έλλειψη ενημέρωσης -κυρίως στους νέους- και τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα που περνούν από τη χώρα μας.

Η συχνή εναλλαγή ερωτικών συντρόφων, χωρίς να λαμβάνονται μέτρα προφύλαξης κατά την σεξουαλική επαφή, είναι ο λόγος που αυξάνει τα κρούσματα των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων (ΣΜΝ). Ο έρπης των γεννητικών οργάνων, η σύφιλη, τα χλαμύδια, η βλενόρροια, οι HPV λοιμώξεις (τα κονδυλώματα), το AIDS, και οι ηπατίτιδες Β και C, είναι ασθένειες που μεταδίδονται μέσω της σεξουαλικής επαφής, ενώ ο αριθμός των ανθρώπων που μολύνονται από αυτά αυξάνει με πολύ γρήγορο ρυθμό.

Τα συμπτώματα των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων (ΣΜΝ) είναι:

  • Αύξηση των εκκρίσεων από τον κόλπο. Τα κολπικά υγρά αυξάνουν σε ποσότητα και αλλάζει το χρώμα και η οσμή τους.

  • Συχνουρία και πόνος ή κάψιμο κατά την ούρηση.

  • Ιδιαίτερα ο έρπης των γεννητικών οργάνων και η σύφιλη μπορούν να προκαλέσουν έλκη στη στην περιοχή των γεννητικών οργάνων και την περιοχή του πρωκτού.

  • Τα ΣΜΝ είναι συχνή αιτία δυσπαρεύνιας, πόνου δηλαδή κατά την επαφή. Η δυσπαρεύνια μπορεί να συνοδεύεται από αυξημένα κολπικά υγρά, κολπική αιμόρροια, ενοχλήσεις κατά την ούρηση και από έλκη των γεννητικών οργάνων.

  • Ανώμαλες αιμορραγίες από τον κόλπο: η εμφάνιση αίματος μεταξύ των περιόδων, ιδιαίτερα όταν αυτή εμφανίζεται μετά τη σεξουαλική επαφή. Η βλενόρροια και τα χλαμύδια είναι από τις συχνότερες αιτίες που προκαλούν ανώμαλες αιμορραγίες από τον κόλπο.

Τα ΣΜΝ πολλές φορές δεν εμφανίζουν συμπτώματα, είναι όμως σε κάθε περίπτωση απειλή για την υγεία.

Τα συχνότερα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα είναι:

Η βλεννόρροια, η οποία μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή, με την επαφή με μολυσμένα σωματικά υγρά, αλλά και από τη μητέρα στο νεογέννητο βρέφος κατά τη διάρκεια του τοκετού. Προκαλεί κυρίως τραχηλίτιδα, ουρηθρίτιδα και σαλπιγγίτιδα στη γυναίκα και οφθαλμία στο νεογέννητο.

Συμπτώματα:

  • Πρασινοκίτρινα ή υπόλευκα κολπικά υγρά

  • Πόνο χαμηλά στην κοιλιά

  • Τσούξιμο κατά την ούρηση

  • Σταγονοειδή αιμόρροια μετά την επαφή

  • Οίδημα στο αιδοίο

Εάν η βλεννόρροια δεν θεραπευτεί, υπάρχει κίνδυνος για σοβαρά και μόνιμα προβλήματα που μπορούν να οδηγήσουν σε στειρότητα.

Η σύφιλη μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή (κολπική, στοματική, πρωκτική) και σπανιότερα ακόμη με τα παρατεταμένα φιλιά. Η έγκυος γυναίκα μπορεί να μεταδώσει τη σύφιλη στο παιδί της, ενώ δεν είναι δυνατό να μεταδοθεί από τουαλέτες, χερούλια πόρτας, πισίνες, μπανιέρες, ρούχα, μαχαιροπίρουνα κ.α.

Αυτή η ασθένεια εμφανίζεται σε τρία διαφορετικά στάδια:

1ο στάδιο: Αναπτύσσονται ένα ή περισσότερα έλκη στα γεννητικά όργανα ή γύρω από το στόμα μεταξύ 1 έως 13 εβδομάδων (συνήθως 3 εβδομάδες) μετά την επαφή.

2ο στάδιο: Διαρκεί 1 έως 3 μήνες και αρχίζει μέσα σε 6 εβδομάδες έως 6 μήνες μετά την μόλυνση από το μικρόβιο. Σε αυτό το στάδιο, οι ασθενείς παρουσιάζουν διογκωμένους λεμφαδένες, πυρετό, απώλεια βάρους.

Το στάδιο της ύφεσης: Όταν οι ασθενείς δεν παρουσιάζουν συμπτώματα.

3ο στάδιο: Όταν η ασθένεια δεν θεραπευθεί, προκαλεί πολύ σοβαρά προβλήματα στην καρδιά, στον εγκέφαλο και σε ολόκληρο το νευρικό σύστημα, τα οποία μπορεί να οδηγήσουν έως και το θάνατο.

Η διάγνωση γίνεται εύκολα με μία εξέταση αίματος. Η θεραπεία εξαρτάται από το στάδιο της νόσου και συνήθως είναι η χορήγηση πενικιλίνης. Όταν γίνεται θεραπεία, στα δύο πρώτα στάδια της νόσου συνήθως δεν παραμένουν χρόνιες βλάβες. Η θεραπεία πρέπει να γίνεται και στους δύο συντρόφους, οι οποίοι θα πρέπει να παρακολουθούνται τουλάχιστον για τα επόμενα 2 χρόνια.

Τα χλαμύδια του κατώτερου γεννητικού συστήματος είναι πολύ διαδεδομένα. Μάλιστα το 85% των γυναικών δεν εμφανίζει καν συμπτώματα ώστε να ζητήσει τη γνώμη του ειδικού. Προκαλούν οξεία ουρηθρίτιδα, κολπίτιδα, τραχηλίτιδα και σαλπιγγίτιδα, ενώ μπορεί να προκαλέσουν επιπλοκές στην έγκυο (χοριοαμνιονίτιδα, ενδομητρίτιδα κ.λ.π.) και να προσβάλουν το νεογνό.

Συμπτώματα:

  • Δύσοσμα κολπικά υγρά

  • Πόνο κατά τη σεξουαλική επαφή

  • Πόνο κατά την ούρηση

  • Φαγούρα και τσούξιμο μέσα ή γύρω από τον κόλπο

  • Πόνο χαμηλά στην κοιλιά με πυρετό

  • Δυσμηνόρροια (πόνο κατά την διάρκεια της περιόδου

Η πυελική φλεγμονή που οφείλεται στα χλαμύδια είναι η πιο συχνή αιτία εξωμήτριας εγκυμοσύνης και υπογονιμότητας στις γυναίκες.

Η θεραπεία είναι η λήψη των κατάλληλων αντιβιοτικών. Όταν μία λοίμωξη από χλαμύδια δεν θεραπευτεί, είτε γιατί δεν εμφανίζει συμπτώματα, είτε γιατί τα συμπτώματα δεν είναι ανησυχητικά, μπορεί να οδηγήσει σε μία πυελική φλεγμονή με αποτέλεσμα την καταστροφή των σαλπίγγων και κατ’ επέκταση την υπογονιμότητα, ή την αύξηση των πιθανοτήτων για εξωμήτριο εγκυμοσύνη.

Τα κονδυλώματα αποτελούν ένα από τα πιο συχνά σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Οφείλονται στον ιό Human Papilloma Virus (H.P.V.). Ο συγκεκριμένος ιός έχει πολλούς τύπους, ορισμένοι από τους οποίους προκαλούν τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Η πρώτη εμφάνιση των συμπτωμάτων της μόλυνσης γίνεται τουλάχιστον ένα μήνα ή και περισσότερο μετά τη μόλυνση. Εκδηλώνεται σαν μία μικρή σκληρή ανώδυνη βλάβη στη περιοχή όπου ήρθε σε επαφή κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης (κόλπος, τράχηλος, πρωκτός, λάρυγγας). Άλλες φορές η μόλυνση γίνεται αντιληπτή μόνο μετά από ένα παθολογικό test Παπανικολάου. Η εντόπιση στο λάρυγγα γίνεται αντιληπτή λόγω αλλαγής του τόνου ή της χροιάς της φωνής. Συχνά ωστόσο, η μόλυνση από τον HPV δεν έχει εμφανή συμπτώματα, γι’αυτό το λόγο αυτό έχει καθιερωθεί στις γυναίκες που έχουν σεξουαλική επαφή ο συστηματικός τους έλεγχος με το pap-test. Τα κονδυλώματα εάν αφεθούν χωρίς έλεγχο και θεραπεία (εφόσον κριθεί απαραίτητο από το γιατρό), μπορεί να οδηγήσουν σε καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Τα κονδυλώματα θεραπεύονται με τη χρήση ποδοφυλλίνης, κρυοπηξία, ή με laser. Αξίζει να προσθέσουμε ότι τα τελευταία χρόνια με την ευρεία χρήση του pap-test έχει μειωθεί σημαντικά ο αριθμός του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας.

Ο έρπητας των γεννητικών οργάνων προκαλείται από τον ιό HSV2 και διαφέρει από τον απλό έρπητα τύπου HSV1. Μεταδίδεται από άτομο που έχει τον ιό σε ενεργό φάση με κάθε είδους σεξουαλική επαφή κολπική, στοματική, πρωκτική. Μπορεί να μεταδοθεί επίσης στο νεογέννητο κατά τη διάρκεια του τοκετού εάν η μητέρα έχει τον ιό σε ενεργό φάση. Τα συμπτώματα μπορεί να μην υπάρχουν ή να είναι αμυδρά. Συνήθως η πρώτη λοίμωξη από τον ιό εμφανίζεται με ερυθρότητα, φλεγμονή, φουσκάλες, έλκη στο δέρμα πάνω ή δίπλα στα γεννητικά όργανα.

Άλλα συμπτώματα της πρώτης εμφάνισης λοίμωξης από τον ιό μπορεί να είναι:

  • Πυρετός

  • Πονοκέφαλος

  • Ενόχληση κατά την ούρηση

  • Μυϊκοί πόνοι

Η πρώτη ενεργή φάση διαρκεί αρκετές εβδομάδες, στη συνέχεια ο ιός παραμένει στον οργανισμό χωρίς συμπτώματα μέχρι κάτι να τον πυροδοτήσει και να ξαναγίνει ενεργός.

Τι μπορεί να πυροδοτήσει τον ιό για να ενεργοποιηθεί ξανά;

  • Το άγχος

  • Η ασθένειες

  • Οι χειρουργικές επεμβάσεις

  • Οι δίαιτες κ.α.

  • Η οποιασδήποτε αιτιολογίας μείωση της άμυνας του οργανισμού

Η διάγνωση του έρπη γίνεται στην ενεργό φάση ή από την επισκόπηση ή παίρνοντας βιοψία από το έλκος. Η θεραπεία συνίσταται στη χορήγηση αντιικών φαρμάκων για γρηγορότερη επούλωση των ελκών. Δεν θεραπεύεται οριστικά και κάνει συχνές υποτροπές. Ωστόσο τα αντιικά φάρμακα που χορηγούνται, έχουν καλά αποτελέσματα.

Οι ιοί της ηπατίτιδας Β και της ηπατίτιδας Cπροκαλούν μία πολύ σοβαρή ασθένεια που σε 10% των περιπτώσεων εμφανίζεται με ηπατική ανεπάρκεια, ηπατικό καρκίνο και μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο. Οι ηπατίτιδες Β και C μεταδίδονται από το αίμα και άλλα υγρά του σώματος, όπως το σπέρμα και οι κολπικές εκκρίσεις που περιέχουν τον ιό. Η έγκυος μπορεί να μεταδώσει τον ιό της ηπατίτιδας Β στο παιδί της κατά τη διάρκεια του τοκετού. Ο φορέας της ηπατίτιδας Β ή C μπορεί να μεταδώσει τον ιό, χωρίς να έχει εμφανή συμπτώματα. Μερικοί από τους φορείς μπορεί να αναπτύξουν τη Χρόνια Ηπατίτιδα Β και στη συνέχεια κίρρωση.

Συμπτώματα της οξείας φάσης της ηπατίτιδας Β και C μπορεί να είναι:

  • Ανεξήγητη κούραση που επιμένει για εβδομάδες ή ακόμα και μήνες

  • Ασυνήθη ανοικτά χρωματισμένα κόπρανα

  • Ίκτερος

  • Ανορεξία

  • Πυρέτια

  • Μυαλγίες

  • Κοιλιακό άλγος κ.α.

Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται από ένα μέχρι έξι μήνες μετά από επαφή με τον ιό. Η διάγνωση μπορεί να γίνει με εξετάσεις αίματος για την ανίχνευση των αντισωμάτων του ιού στο αίμα και η θεραπεία της χρόνιας ενεργού ηπατίτιδας Β γίνεται με συνδυασμό φαρμάκων.

Η τριχομοναδική αιδοιοκολπίτιδα: Προκαλείται από το πρωτόζωο Trichomanas vaginalis.

Συμπτώματα:

  • Δύσοσμα αφρώδη και πρασινοκίτρινα κολπικά υγρά

  • Πόνος κατά την ούρηση

  • Έντονος κνησμός και αίσθημα καψίματος στο αιδοίο ή/και τον, κόλπο

  • Επώδυνη σεξουαλική επαφή

Η διάγνωση μπορεί να γίνει με καλλιέργεια των εκκρίσεων και η θεραπεία συνίσταται συνήθως στη χορήγηση αντιβιωτικών από το στόμα ή τον κόλπο.

Πώς μπορούμε να προστατευτούμε από τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα;

  • Με τη χρήση προφυλακτικού σε κάθε επαφή

  • Περιορίζοντας τον αριθμό των σεξουαλικών συντρόφων. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός, τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες.

  • Ενημερωθείτε για τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα γιατί όσο περισσότερα γνωρίζετε, τόσο καλύτερα μπορείτε να προστατεύσετε τον εαυτό σας.

Πώς μπορώ να σταματήσω τη διάδοσή τους;

  • Σταματώντας τις σεξουαλικές επαφές μέχρι να σας δει ο γιατρός.

  • Ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του γιατρού που σας παρακολουθεί.

  • Χρησιμοποιώντας προφυλακτικό κάθε φορά που έρχεστε σε επαφή κατά τη διάρκεια της θεραπείας.

  • Ελέγχοντας εάν ο σύντροφος ή σύντροφοι έχουν κάνει θεραπεία.

2018-10-21T18:56:26+00:00 Οκτώβριος 21st, 2018|0 Comments

Leave A Comment