Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση PGD

/Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση PGD
Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση PGD 2017-06-27T16:09:58+00:00

Προεμφυτευτική Γενετική Διάγνωση PGD

Η προεμφυτευτική γενετική διάγνωση (Preimplantation Genetic Diagnosis, PGD) εφαρμόζεται όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια στην προσπάθεια εμβρυομεταφοράς υγιών εμβρύων στα ζευγάρια εκείνα που οι γονείς είναι φορείς γονιδίων υπευθύνων για γενετικές ασθένειες (π.χ. μεσογειακή αναιμία, κυστική ίνωση, μυϊκή δυστροφία κ.λ.π.) αποφεύγοντας μια πιθανή διακοπή κύησης. Εφαρμόζεται ακόμη σε περιπτώσεις συχνών αποβολών και σε αποτυχίες εμφύτευσης των εμβρύων που οφείλονται σε καρυοτυπική-χρωμοσωμική ανωμαλία του εμβρύου.

Πιο συγκεκριμένα, το PGD εφαρμόζεται σε ζευγάρια με ιστορικό κάποιας κληρονομικής ασθένειας ή σε ζευγάρια που είναι ήδη γονείς ενός παιδιού που νοσεί. Οι διαταραχές αυτές μπορεί να οφείλονται σε μονογονιδιακά νοσήματα επικρατή, υπολειπόμενα ή και φυλοσύνδετα.

Στην περίπτωση των επικρατών γονιδίων, αν ο ένας γονιός νοσεί, υπάρχει 50% πιθανότητα να μεταδώσει την ασθένεια σε κάθε παιδί του, ενώ όταν πρόκειται για υπολειπόμενο γονίδιο, η πιθανότητα είναι 25% όταν και οι δύο γονείς είναι φορείς. Έτσι, για παράδειγμα στην περίπτωση της μεσογειακής αναιμίας που παρουσιάζει μεγάλη συχνότητα εμφάνισης στον ελληνικό πληθυσμό, δύο γονείς φορείς (στίγμα μεσογειακής αναιμίας) έχουν πιθανότητα 25% να γεννήσουν παιδί που να νοσεί. Ωστόσο, επειδή ο διαχωρισμός των γονιδίων κατά τη δημιουργία των γαμετών είναι τυχαίος, μπορεί σε ένα ζευγάρι συνεχώς τα έμβρυα να πάσχουν οπότε να οδηγείται σε διακοπή των κυήσεων, ενώ σε κάποιο άλλο να μην υπάρξει ποτέ πρόβλημα δημιουργίας πάσχοντος μωρού, δεδομένου ότι κάθε προσπάθεια για κύηση αποτελεί ένα ξεχωριστό γεγονός. Τέλος, στην περίπτωση των φυλοσύνδετων γονιδίων, όπως είναι η μυϊκή δυστροφία Duschenne, υπάρχει 50% πιθανότητα κάθε αγόρι της οικογένειας να νοσεί, εφ’ όσον η μητέρα είναι φορέας του γονιδίου.

Οι διαταραχές στους γαμέτες των γονιών μπορεί να οφείλονται και σε χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις που η ηλικία της γυναίκας είναι μεγαλύτερη των 36 ετών, το ποσοστό των ανωμαλιών αυτών αυξάνει, με αποτέλεσμα να είναι αυξημένος ο κίνδυνος γέννησης παιδιών με σύνδρομο Down ή με κάποιο άλλο σύνδρομο που οφείλεται σε χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Επιπλέον, σε περιπτώσεις συνεχών αποτυχημένων προσπαθειών εξωσωματικής γονιμοποίησης, η αιτία μπορεί να είναι κάποια χρωμοσωμιακή ανωμαλία.

Η μέθοδος της προεμφυτευτικής διάγνωσης είναι μία πολύπλοκη διαδικασία. Η εφαρμογή της ακόμα και στην περίπτωση των αποδεδειγμένα γόνιμων ζευγαριών, προϋποθέτει την ένταξή τους σε πρόγραμμα εξωσωματικής γονιμοποίησης με τη μέθοδο της μικρογονιμοποίησης (IntraCytoplasmic Sperm Injection, ICSI), και τον έλεγχο με τη μέθοδο του PGD των προκυπτόντων εμβρύων, πριν τη μεταφορά τους στη μήτρα της γυναίκας. Η γενετική συμβουλή, όσο και η ψυχολογική υποστήριξη των ζευγαριών αυτών πρέπει να προηγούνται της εφαρμογής της μεθόδου. Το ζευγάρι πρέπει να είναι προετοιμασμένο για τις διαδικασίες που θα ακολουθήσουν και συγκεκριμένα η γυναίκα πρέπει να γνωρίζει ακριβώς τη διαδικασία της εξωσωματικής γονιμοποίησης. Ο ρόλος επομένως τόσο του γενετιστή όσο και του κλινικού ιατρού είναι πρωτευούσης σημασίας.

Ύστερα από παρακολούθηση της ανάπτυξης του εμβρύου και όταν αυτό φτάσει στο στάδιο των 6-8 κυττάρων, δηλαδή την τρίτη ημέρα μετά την ωοληψία, πραγματοποιείται η βιοψία του εμβρύου, δηλαδή η λήψη ενός ή δύο κυττάρων του (βλαστομερίδια). Με τη χρήση δέσμης ακτίνων laser, γίνεται διάτρηση της διαφανούς ζώνης (zona pellucida) που περικλείει το έμβρυο και στη συνέχεια, με τη βοήθεια μικροπιπέττας κάτω από μικροσκόπιο, απομακρύνονται ένα ή δύο βλαστομερίδια (Εικόνα 2). Στο στάδιο αυτό, τα βλαστομερίδια έχουν ταυτόσημες προοπτικές διαφοροποίησης, δηλαδή δεν παίζουν ειδικό ρόλο στην περαιτέρω ανάπτυξη του εμβρύου, με αποτέλεσμα με την απομάκρυνσή τους να μην επηρεάζει τη βιωσιμότητα του εμβρύου και να μην μειώνεται η πιθανότητα κύησης της γυναίκας.

Εικόνα 2: Βιοψία ενός βλαστομεριδίου από έμβρυο 8-10 κυττάρων

Εικόνα 2: Βιοψία ενός βλαστομεριδίου από έμβρυο 8-10 κυττάρων

Μετά τη βιοψία, ακολουθεί γενετικός έλεγχος του υλικού που έχει αφαιρεθεί από το έμβρυο. Οι δύο πιο συχνές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται είναι η αλυσιδωτή αντίδραση πολυμεράσης (Polymerase Chain Reaction, PCR) και ο ανοσοφθορισμός (Fluorescent In Situ Hybridisation, FISH). Η PCR είναι μία τεχνική, κατά την οποία τμήμα του DNA που περιέχει το προς έλεγχο γονίδιο, πολλαπλασιάζεται και επομένως μπορεί να ελεγχθεί με ασφαλέστερο τρόπο η παρουσία του στο κύτταρο και κατ’ επέκταση, στο έμβρυο. Η ανάλυση FISH περιλαμβάνει υβριδοποίηση των υπό εξέταση χρωμοσωμάτων με χρήση σεσημασμένων τμημάτων DNA (probes), με αποτέλεσμα τον εντοπισμό χρωμοσωμικών ανωμαλιών. Επιλέγονται έτσι τα υγιή έμβρυα και μεταφέρονται στη μήτρα.

Η διενέργεια προεμφυτευτικής γενετικής διάγνωσης γίνεται μόνο μετά από άδεια της Εθνικής Αρχής και αφού έχει παρασχεθεί γενετική συμβουλή στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. PGD για επιλογή φύλου δεν γίνεται.